Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015

ΓΡΑΜΜΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΟ ΠΛΗΝ ΟΜΩΣ ΑΝΕΠΙΔΟΤΟ
(Στη μνήμη του Γιάννη Παπαμήτρου, απ’ αφορμή το 40νθήμερο μνημόσυνό του)
  
  Αγαπημένε μας Γιάννη, 
   ψυχανεμίζομαι πως βιάζεσαι να μάθεις τα νέα μας για το διάστημα που λείπεις. Δεν σου κρύβω ότι  κι εγώ καίγομαι να στα εμπιστευτώ. Όχι, βεβαίως, για να σου προκαλέσω πόνο. Μακριά από μένα μια τόσο βέβηλη πρόθεση. Θέλω, απλώς, να σε ενημερώσω, όπως, άλλωστε, έκανες κι εσύ, κάθε φορά που είχες κάτι ενδιαφέρον, για να το μοιραστούμε. Πάνω απ όλα, όμως,  θέλω να επιβεβαιώσω τον ισχυρισμό μου και να πείσω τον εαυτό μου πως υπάρχουν αγάπες που μετριούνται, όταν λείψουν. Και πως αυτή  την αλήθεια δεν την γεννάνε τα μάτια μας, αλλά η ψυχή μας.
        Γιάννη, χαρά μου, λένε πως η ζωή και ο θάνατος είναι οι πρώτοι καλεσμένοι μας. Όμως, το δικό σου απρόσμενο ραντεβού με τον τελευταίο, έγινε τόσο βίαια  που τα έβαψε όλα με το γκρίζο της ματαιότητας.
  Και ναι μεν, εσύ ξόφλησες μια εκκρεμότητα ζωής, που, κάποια στιγμή, όλοι μας οφείλουμε να  τακτοποιήσουμε. Εμείς, όμως, βουλιάζουμε και θα βουλιάζουμε-άγνωστο για πόσο ακόμη-στο χείμαρρο μιας απαραμύθητης θλίψης. Μέρα με τη μέρα, διατρέχουμε όλο το φάσμα των συναισθημάτων, από την οργή ως την απελπισία και από την άρνηση μέχρι την απιστία.  Συνήθως, όμως, παραμερίζοντας τη μάσκα των δυνατών και ψύχραιμων, κλαίμε, ανέλπιδα, το χαμό σου.
     Ωστόσο, η ματιά μας, αν και θολή από το κλάμα, δεν σταματάει να τρυπάει τον ουρανό, αναζητώντας το βλέμμα του Θεού, που, χωρίς, στ’ αλήθεια, να πολύ-υπολογίσει τις συνέπειες, σε διάλεξε ανάμεσά μας και σε άδραξε με τη χούφτα του, για να σε οδηγήσει στα ουράνια σκηνώματά Του. Προσωπικά, παρά την νικημένη ελπίδα μου για ένα θαύμα, πιστεύω πως Εκείνος σε διάλεξε. Δεν ξέρω  το γιατί. Ξέρω, όμως, πως η φύση μας, αυτό που είμαστε δηλαδή, είναι η ελπίδα μας. Και πως ο κόσμος μας, δίχως το άγγιγμα του Θεού, είναι ένα τίποτα καταδικασμένο στη λησμονιά.
      Δεν αποκλείεται, λοιπόν, να σε διάλεξε, γιατί έστρεφες, ευκολότερα και συχνότερα από μας, τα μάτια σου στον ουρανό. Ίσως, γιατί η μαλακή καρδιά σου μαλάκωσε και την ψυχή σου και σε έκανε πιο ελκυστικό και πιο ώριμο για το μεγάλο ταξίδι. Μια και η ψυχή, όπως συνηθίζαμε να  λέμε σε στιγμές θεολογικών αναζητήσεων, είναι μυρωδιά και διαποτίζει τη σάρκα και τα ρούχα μας, την ύπαρξή μας ολάκερη.
      Καταλαβαίνω, δυσανασχετείς με τις αμπελοφιλοσοφίες μου. Αδημονείς για τα καθημερινά. Θέλεις  να τα μάθεις, όσο γίνεται πιο γρήγορα και από πρώτο χέρι. Δεν έχω, δυστυχώς, τέτοιες ικανότητες. Μπορώ, όμως να σε διαβεβαιώσω γι αυτά που βιώνω, έστω και από απόσταση. Μάθε τα, λοιπόν, με τη σειρά. 
      Και πρώτα η γυναίκα σου, η αγαπημένη σου Δέσποινα, βρέθηκε, από τη μια στιγμή στην άλλη, μόνη στο φιλόξενο και κατάφορτο από αναμνήσεις σπιτικό σας. Στο τιμόνι μιας οικογένειας, που την κύρια φροντίδα είχες πάντοτε εσύ, δίχως τη δική σου συντροφιά  και βοήθεια, δίχως τις άπειρες καθημερινές αλλά και ξέχωρες στιγμές σας. Θαρρώ πως ξαναβγήκαν στην επιφάνεια, ίσως σε μεγαλύτερο βαθμό, φοβίες και ανασφάλειες σμιλεμένες στα χρόνια της δύσκολης εφηβείας της, τότε που ο θάνατος της στέρησε τον αγαπημένο της πατέρα και σημάδεψε για πολλά χρόνια τη ζωή της, ως την ευλογημένη εκείνη ώρα που ήρθες στη ζωή της εσύ.
    Τα παιδιά σου ύστερα, οι αξιαγάπητες κόρες σου, Μαριτίνα και Βασιλική-άμαθες από βιοτικές πίκρες και εντελώς απροετοίμαστες για την αναπόφευκτη απογοήτευση- αντιμετωπίζουν το θάνατό σου με αξιοπρέπεια μα δυσκολεύονται να διαχειριστούν τη μεγάλη απώλεια. Αδυνατούν να συμφιλιωθούν με την πικρή αλήθεια και αναπολούν τη σχέση θαλπωρής και εμπιστοσύνης που απολάμβαναν.
     Όσο για μας, τους φίλους σου, βλέποντας μπροστά μας ολοζώντανη την εικόνα σου, που φύτεψες στην ψυχή μας, με το λόγο και τις πράξεις σου-ασήμαντες, φαινομενικά, λεπτομέρειες που διασώζουν, όμως, τη μνήμη μιας ζωής, της ζωής σου, που πάσχισε να πει ή να αφήσει κάτι-αναρωτιόμαστε.  Ποιοι φόβοι άραγε και ποιες ενοχές εμποδίζουν τις φιλίες  μας ν’ ανθίζουν πιο συχνά; Μια και, κάθε λόγος, που δεν προφέρθηκε στην ώρα του, κάθε συναίσθημα που, από εγωισμό ή και από συστολή, δεν εκφράστηκε ή δεν ομολογήθηκε, γίνεται τσίμπημα στο υφάδι της ανάμνησης.
 Εύχομαι και προσεύχομαι το έλεος και η αγάπη του πανοικτίρμονα  Κυρίου μας, του τρισένδοξου νικητή του θανάτου, να κατατάξει την ψυχή σου στον ήσυχο και παραδεισένιο χώρο των δικαίων και να χαρίσει βάλσαμο παρηγοριάς σε όλους μας.



                                                                                                                                   Γ. Φ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου